Σε συνέχεια της από 5-11-20 ανακοίνωσής μας (εδώ) ενημερώνουμε τους συναδέλφους, στους οποίους έχει κοινοποιηθεί η απόφαση του συμβουλίου μεταθέσεων με την εκτέλεση αυτής μετά την παρουσίαση αντικαταστάτη για τα νόμιμα δικαιώματά τους.
Συγκεκριμένα:
1] Παραβίαση διατάξεως νόμου.
Σύμφωνα με το άρθρο 70 του Ν. 4690/2020 «Μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2020 οι μεταθέσεις των στελεχών Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. πραγματοποιούνται σύμφωνα με το π.δ. 33/2009 (Α` 50), με την επιφύλαξη όσων ορίζονται στο άρθρο 26 του ν. 4504/2017 (Α` 184)». Ειδικότερα, στο άρθρο 26 του Ν. 4504/2017 προβλέπεται ότι «1. Τα στελέχη του Λιμενικού Σώματος-Ελληνικής Ακτοφυλακής (Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.) τοποθετούνται, μετατίθενται και αποσπώνται, με απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, με την οποία κυρώνονται οι αντίστοιχοι πίνακες τοποθετήσεων, μεταθέσεων και αποσπάσεων του αρμοδίου Συμβουλίου Μεταθέσεων. Οι πίνακες του προηγούμενου εδαφίου καταρτίζονται, με απόφαση του αρμόδιου Συμβουλίου Μεταθέσεων, η οποία φέρει συνοπτική αιτιολογία. Η αρμοδιότητα τοποθέτησης, μετάθεσης και απόσπασης στελεχών Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. μπορεί να μεταβιβαστεί σε υφιστάμενα κλιμάκια διοίκησης, γενικά ή κατά κατηγορία στελεχών, με απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, δημοσιευόμενη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 2. Τα στελέχη Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. τοποθετούνται και μετατίθενται μόνο σε κενές κατά βαθμό οργανικές θέσεις. Οι τοποθετήσεις, μεταθέσεις και αποσπάσεις διενεργούνται με σκοπό την κάλυψη των υπηρεσιακών αναγκών του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., με βάση την αρχή της ορθολογικής κατανομής του προσωπικού του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. ανά Υπηρεσία, κατ’ αναλογία της πραγματικής αριθμητικής δύναμης του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., όπως αυτή διαμορφώνεται κάθε φορά, τη χρονική περίοδο διενέργειας των τοποθετήσεων ή μεταθέσεων ή αποσπάσεων. Κατά τη διενέργεια των μεταβολών αυτών του προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. λαμβάνονται υπόψη τα κριτήρια των επόμενων άρθρων».
Κατωτέρω στην παρ. 4 του άρθρου 26 του Ν. 4504/2017 ως μετάθεση ορίζεται η «…οριστική μετακίνηση του στελέχους Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. από την οργανική θέση στην οποία υπηρετεί σε κενή οργανική θέση διαφορετικής Υπηρεσίας, με σκοπό την κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών…», ενώ στην παρ. 8 της ανωτέρω διάταξης αναγράφεται ρητώς ότι «8. Προϋπόθεση για τη λήψη απόφασης σχετικά με τοποθετήσεις, μεταθέσεις και αποσπάσεις είναι να επαρκούν οι δεσμευθείσες πιστώσεις. Αν αυτές δεν επαρκούν για την κάλυψη της δαπάνης του συνόλου των μεταβολών του προηγούμενου εδαφίου, λαμβάνεται απόφαση κατά προτεραιότητα για τις ακόλουθες: α) τοποθετήσεις αποφοίτων παραγωγικών σχολών Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. και στελεχών Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. απευθείας κατάταξης μετά το πέρας της βασικής τους εκπαίδευσης, β) έκτακτες μεταθέσεις για αποδεδειγμένους και ειδικά αιτιολογημένους υπηρεσιακούς λόγους, γ) έκτακτες μεταθέσεις, σε περίπτωση θανάτου συζύγου ή τέκνου ή πάθησης αυτών ή του στελέχους από ανίατο ή δυσίατο νόσημα, ύστερα από Γνωμοδότηση της Ανώτατης Ναυτικού Υγειονομικής Επιτροπής ή από Κέντρα Πιστοποίησης Αναπηρίας, δ) τακτικές μεταθέσεις για την κάλυψη κενών θέσεων σε υποστελεχωμένες Υπηρεσίες Λ.Σ.- ΕΛ.ΑΚΤ., τουλάχιστον μέχρι το όριο υποστελέχωσης. Λογίζονται ως υποστελεχωμένες οι Υπηρεσίες Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. οι οποίες στελεχώνονται σε ποσοστό κατώτερο του 80%, από την προβλεπόμενη κατανομή του προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. ανά Υπηρεσία, κατ αναλογία της πραγματικής αριθμητικής δύναμης του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., όπως αυτή διαμορφώνεται κάθε φορά, τη χρονική περίοδο διενέργειας των τακτικών μεταθέσεων. Το ποσοστό του προηγούμενου εδαφίου, μπορεί να αναπροσαρμόζεται, με απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, ύστερα από γνώμη του Αρχηγού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., με βάση τον προβλεπόμενο κάθε φορά αριθμό των οργανικών θέσεων του προσωπικού Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., ε) έκτακτες μεταθέσεις για λόγους υποχρεωτικής συνυπηρέτησης, στ) τοποθετήσεις ύστερα από εκπαίδευση».
Παράλληλα, στο άρθρο 12 του π.δ. 33/2009, στο οποίο διαγράφεται η διαδικασία των μεταθέσεων εσωτερικού ορίζεται ότι «1. Το Δεκέμβριο κάθε έτους, τα στελέχη του Λ.Σ., τα οποία συμπληρώνουν, κατά το επόμενο έτος, τον απαιτούμενο κατά περίπτωση ανώτατο χρόνο παραμονής, ανάλογα με την έδρα της Λιμενικής Αρχής ή υπηρεσίας στην οποία υπηρετούν, δηλώνουν υποχρεωτικά εάν επιθυμούν ή όχι να παραμείνουν στην υπηρεσία στην οποία υπηρετούν. 2. Τον Ιανουάριο κάθε έτους, με Απόφαση του Αρχηγού Λιμενικού Σώματος ανακοινώνονται οι πίνακες των μορίων όλου του προσωπικού Λ.Σ. Οι πίνακες περιλαμβάνουν το βαθμό, τον αριθμό Μητρώου, την υπηρεσία στην οποία υπηρετεί κάθε στέλεχος, την ημερομηνία παρουσίασης του στην υπηρεσία αυτή, τον τόπο επιλογής του, καθώς και τις θέσεις, κατά βαθμό και ειδικότητα, οι οποίες κενώνονται σε κάθε Λιμενική Αρχή ή υπηρεσία, σύμφωνα με το άρθρο 9, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 6 και οι οποίες προορίζονται να καλυφθούν με τις αμέσως επόμενες τακτικές μεταθέσεις. 3. Το Φεβρουάριο του ιδίου έτους, όσοι από το προσωπικό Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. συμπληρώνουν κατά το τρέχον έτος τον προβλεπόμενο κατά περίπτωση χρόνο παραμονής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9, υποχρεωτικά δηλώνουν τον τόπο επιλογής και δύο εναλλακτικές υπηρεσίες από τον αντίστοιχο πίνακα των κενών και των κενούμενων θέσεων. Οι Πλοίαρχοι Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. καθώς και τα στελέχη Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. που αναφέρονται στο άρθρο 10, δικαιούνται να υποβάλλουν αιτήσεις μετάθεσης εντός του μηνός Ιανουαρίου κάθε έτους. 4. Η υπηρεσία με βάση τον αριθμό των μορίων των αντικειμενικών κριτηρίων που συγκεντρώνει ο κάθε ενδιαφερόμενος, επεξεργάζεται τις αιτήσεις και καταρτίζει Πίνακες Μεταθέσεων, τους οποίους εισάγει στα αρμόδια Συμβούλια Μεταθέσεων. Τα Συμβούλια Μεταθέσεων εκδίδουν και ανακοινώνουν τις αποφάσεις τους. 5. Σε περίπτωση κατά την οποία, μετά το πέρας σύνταξης των Πινάκων Μεταθέσεων με την προαναφερθείσα διαδικασία, εξακολουθούν να παραμένουν κενές θέσεις προς πλήρωση και παράλληλα υπάρχουν στελέχη Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. που πρέπει να μετατεθούν και τα οποία δεν έχουν δηλώσει ως υπηρεσία μετάθεσης κάποια από τις προαναφερθείσες θέσεις, τότε στα στελέχη αυτά αποστέλλονται πίνακες που περιέχουν τις προς πλήρωση κενές θέσεις, ώστε να δηλώσουν εκ νέου τρεις από αυτές και να ακολουθηθεί η προβλεπόμενη από το παρόν διαδικασία πλήρωσης. 6. Οι ανωτέρω πίνακες κατά το μήνα Απρίλιο του ίδιου έτους εισάγονται στο Συμβούλιο Μεταθέσεων, ώστε κατά το μήνα Μάιο να είναι έτοιμες οι σχετικές αποφάσεις. 7. Μετά τη διαδικασία της παρ. 5, οι θέσεις που εξακολουθούν να παραμένουν κενές θέσεις, λόγω μη ύπαρξης ενδιαφερομένων, καλύπτονται υποχρεωτικά με βάση τον πίνακα των μεταθέσεων, με απόφαση του Συμβουλίου Μεταθέσεων, κατά σειρά προτεραιότητας, από τα στελέχη Λ.Σ. που συγκεντρώνουν τα λιγότερα μόρια, αρχής γενομένης από τις θέσεις των Λιμενικών Αρχών και υπηρεσιών της πρώτης κατηγορίας και με τη σειρά των κατηγοριών του άρθρου 3. 8. Εντός του μηνός Ιουνίου υλοποιούνται οι Αποφάσεις του Συμβουλίου Μεταθέσεων με την έκδοση αντίστοιχων διαταγών Μεταθέσεων και εκτελούνται σταδιακά ανάλογα με το χρόνο συμπλήρωσης του ορίου παραμονής, σύμφωνα με το άρθρο 9 του παρόντος. 9. Κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας των στελεχών Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ., η διοίκηση έχει υποχρέωση ικανοποίησης αιτημάτων στελεχών Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. τα οποία επιθυμούν να υπηρετήσουν για χρονικό διάστημα συνολικά πέντε ετών σε θέσεις στις οποίες η συντάξιμη υπηρεσία προσμετράται στο διπλάσιο, σύμφωνα με την εκάστοτε υφιστάμενη νομοθεσία, με την προϋπόθεση να μην διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών από όπου επιθυμούν να μετατεθούν και εφόσον υπάρχουν κενές οργανικές θέσεις στην υπηρεσία όπου επιθυμούν να μετατεθούν».
Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι από τις νομικές διατάξεις, που διέπουν τη διαδικασία μεταθέσεων εσωτερικού των στελεχών Λ.Σ./ΕΛ.ΑΚΤ, ουδόλως τίθεται ως προϋπόθεση για την εκτέλεση της απόφασης μετάθεσης η παρουσίαση αντικαταστάτη του μετατιθέμενου στην υπηρεσία. Στην προκειμένη περίπτωση ωστόσο, παντελώς αυθαίρετα και κατά παρέκκλιση των ανωτέρω διατάξεων, προβλέφθηκε η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μετάθεσής μου μέχρι την παρουσίαση αντικαταστάτη στην υπηρεσία μου. Αξιοσημείωτο είναι δε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ουδόλως αναφέρει πού ερείζεται η πρόβλεψη αυτή, αλλά και ποιο σκοπό εξυπηρετεί.
Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να τροποποιηθεί ως προς το σκέλος της αναστολής εκτέλεσής της έως την παρουσίαση αντικαταστάτη και να καταστεί άμεσα εκτελεστή.
2] Παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης και της ασφάλειας δικαίου
Η αρχή της χρηστής διοίκησης υποχρεώνει τα διοικητικά όργανα να ασκούν τις αρμοδιότητές τους με βάση το περί δικαίου αίσθημα στα πλαίσια της αρχής της νομιμότητας, ώστε να αποφεύγονται άδικες για το διοικούμενο λύσεις. Κατά πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, η αρχή της χρηστής διοίκησης ως επιμέρους αρχή του διοικητικού δικαίου ορίζεται ως: “η άσκηση των διοικητικών αρμοδιοτήτων σύμφωνα με το κοινό περί δικαίου αίσθημα, δηλαδή με τρόπο σύμφωνο προς τα χρηστά ήθη.” Κατά τη νομική θεωρία η αρχή της χρηστής διοίκησης έχει διατυπωθεί ως αρχή που επιβάλλει στα διοικητικά όργανα να ασκούν τις αρμοδιότητές τους σύμφωνα με το αίσθημα δικαίου που επικρατεί, ώστε κατά την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων να αποφεύγονται οι ανεπιεικείς και απλώς δογματικές ερμηνευτικές εκδοχές και να επιδιώκεται η προσαρμογή των κανόνων δικαίου προς τις εκάστοτε οικονομικοκοινωνικές συνθήκες. Η αρχή αυτή, αναφέρεται στην αγαθή κρίση, που πρέπει να διέπει την άσκηση των αρμοδιοτήτων των οργάνων της Διοίκησης, ενόψει της εξυπηρέτησης του δημόσιου συμφέροντος και της εύρυθμης λειτουργίας της Διοίκησης, αλλά και στο πλαίσιο του πνεύματος επιείκειας, που διέπει την έννομη τάξη, και της προστασίας του πολίτη. Στα πλαίσια, της γενικότερης αρχής της προστασίας του διοικουμένου από αυθαίρετες κρίσεις της διοίκησης, η αρχή της χρηστής διοίκησης εξασφαλίζει πληρέστερα την προστασία αυτή και βρίσκεται σε άρρηκτη σύνδεση με τις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας, της φανερής Διοίκησης και της προστατευόμενης δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των διοικουμένων.
Η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των διοικούμενων απορρέει από τη συνταγματικά κατοχυρωμένη προστασία της προσωπικότητας, την αρχή του κράτους δικαίου και την αρχή ασφάλειας δικαίου. Στο πλαίσιο της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, ο διοικούμενος αναμένει εύλογα τη διατήρηση της σταθερότητας και προβλεψιμότητας των πραγματικών και νομικών καταστάσεων που έχουν διαμορφωθεί από το νομοθέτη, ούτως ώστε να αξιώνει την μη αιφνίδια και απρόβλεπτη μεταβολή τους. Ωστόσο, γίνεται δεκτό ότι η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης είναι δυνατό να καμφθεί υπό προϋποθέσεις. Η ανατροπή μιας σταθερής και προβλέψιμης κατάστασης θα έπρεπε να δικαιολογείται από λόγους δημόσιου συμφέροντος και η ανατροπή της να προβλέπεται για το μέλλον και να μην αντιφάσκει κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας προς το προγενέστερο πραγματικό ή νομοθετικό καθεστώς. Η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης εμπίπτει στα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας των διοικητικών οργάνων.
Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζεται κατάφωρα η αρχή της χρηστής διοίκησης και της ασφάλειας δικαίου, καθώς το αποφασίζον όργανο ενώ είχε την υποχρέωση να εφαρμόσει απαρέγκλιτα τις υφιστάμενες διατάξεις που διέπουν τη διαδικασία μεταθέσεων εσωτερικού, εν τούτοις παρέκκλινε από αυτές, χωρίς ουδεμία αιτιολογία.
Συνεπεία των ανωτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να τροποποιηθεί ως προς το σκέλος της αναστολής εκτέλεσής της έως την παρουσίαση αντικαταστάτη και να καταστεί άμεσα εκτελεστή.