Συναδέλφισσες, /οι
Μετά την ψήφιση του ν. 4093/2012,ο οποίος, μας καταδίκασε σε μισθούς πείνας αγνοώντας προκλητικά τις θυσίες, τους αγώνες και τον ρόλο που επιτελούμε, η Ομοσπονδία μας συνέχισε τον δύσκολο δρόμο για την ανατροπή του νέου μισθολογίου και την αποκατάσταση πρωτίστως της αξιοπρέπειας μας.
Είχαμε πει ότι θα εξαντλήσουμε κάθε δυνατότητα και το πράξαμε. Αγωνιστήκαμε και πετύχαμε αμετάκλητα την ανατροπή του άδικου νέου μισθολογίου στα Δικαστήρια, με τη γνωστή πλέον απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η νίκη της Ομοσπονδίας μας είναι νίκη όλου του Λιμενικού Σώματος.
Από την πρώτη στιγμή μετά την έκδοση της απόφασης, πρώτοι από όλους, θέσαμε ξεκάθαρα τις υποχρεώσεις της Πολιτείας, χωρίς «ναι μεν αλλά…» και κόντρα σε κάθε είδους «παπαγαλάκια»: ζητήσαμε την άμεση επαναφορά μας στο μισθολόγιο του Αυγούστου 2012 και την καταβολή σε κάθε στέλεχος τουσυνόλου των αναδρομικών που, βάσει της απόφασης, του οφείλονταν.
Είμαστε παρόντες σε κάθε προσπάθεια που βροντοφώναζε το αυτονόητο: αποκατάσταση των στελεχών Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. και αποκατάσταση της Συνταγματικής τάξης. Προσφύγαμε εκ νέου στο Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο με το υπ. αριθ. 13/2014 Πρακτικό της Επιτροπής Συμμόρφωσης επιβεβαίωσε πλήρως τις θέσεις μας και διαπίστωσε τη μη συμμόρφωση του Δημοσίου, υπογραμμίζοντας ρητά ότι κανένα μνημόνιο και καμία τρόικα δεν είναι πάνω από τη συνταγματική τάξη.
Η Κυβέρνηση αφού έπαιξε επί μακρόν, μέσω των αρμοδίων Υπουργών της το «κρυφτούλι», σύμφωνα με όσα δήλωσε ο Πρωθυπουργός στη ΔΕΘ, αλλά και όσα εγγράφως κατέθεσε ενώπιον του ΣτΕ, προσανατολίζεται σε μερική αποκατάσταση των μισθών και αναδρομικών μας. Φαίνεται να εκλαμβάνει τη συνταγματική υποχρέωσή της ως πολιτική «δωρεά» και την δικαστική απόφαση ως αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Συνάδελφισσες/οι,
Το δικαίωμά μας σε αξιοπρεπή διαβίωση που, παρά το Σύνταγμα, δεν σεβάστηκε η Ελληνική Πολιτεία το κερδίσαμε δικαστικά. Οι περικοπές των αποδοχών μας δεν κρίθηκαν απλώς άδικες, αλλά αντισυνταγματικές. Η αποκατάστασή τους στα πριν το ν. 4093/2012 επίπεδα και η καταβολή των αναδρομικών μας, δεν μας χαρίζονται, αλλά είναι αποτέλεσμα του αγώνα μας και της επιτυχίας μας. Η Ομοσπονδία και τα στελέχη Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. , δε ζητιανεύουν και δε συνδιαλέγονται: ζητούν πίσω όλα όσα παρανόμως τους αφαιρέθηκαν. Ο αγώνας μας, για πλήρη συμμόρφωση της Ελληνικής Πολιτείας στις υποχρεώσεις που απορρέουν από το δεδικασμένο της απόφασης του ΣτΕ, θα συνεχιστεί με όλα τα νόμιμα μέσα και θα κλιμακωθείσυμπεριλαμβάνοντας και όλες τις νεώτερες ρυθμίσεις (κοινωνικοασφαλιστικές, μείωση οργανικών θέσεων) που θέτουν σε κίνδυνο την ομαλή λειτουργία του Λιμενικού Σώματος και περιφρονούν τα στελέχη του.
Όσο όμως δεν επιτυγχάνεται η πλήρης συμμόρφωση της Ελληνικής Πολιτείας στις αποφάσεις του ΣτΕ, δημιουργούνται, κατά τους νομικούς μας συμβούλους, κίνδυνοι για κάθε στέλεχος του Λιμενικού Σώματος να απολέσει μέρος όσων του οφείλονται.
Παρακαλούμε λοιπόν να διαβάσετε προσεχτικά το σχετικό ενημερωτικό σημείωμα του νομικού Συμβούλου της Ομοσπονδίας και να αποφασίσετε, εάν επιθυμείτε, να κινηθείτε και ατομικά (μέσω κατάθεσης αγωγής) προς διασφάλιση των αξιώσεών σας στο σύνολό τους. Είναι αυτονόητο ότι για όσους επιλέξουν να το πράξουν, η Ομοσπονδία θα προσφέρει την αρωγή της.
Τέλος σας διαβεβαιώνουμε ότι η Ομοσπονδία παρά τις όποιες δυσκολίες δεν προτίθεται να καταθέσει τα όπλα, υλοποιεί το πρόγραμμά της, τηρείς τις δεσμεύσεις της και προχωράει στην βάση της υλοποίησης των στρατηγικών της δράσεων, ανεξάρτητα από εσωεξωθεσμικές παρεμβάσεις και στρατολογήσεις, ενάντια στην αδιαλλαξία, την αλαζονεία, τον εμπαιγμό και την εμπάθεια που η κυβέρνηση επιδεικνύει απέναντι μας.
ΓΙΑ ΤΟ Δ.Σ.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΔΡΙΒΑΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Ο ΓΕΝ.ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΚΑΤΣΙΝΑΣ ΣΩΤΗΡΗΣ
ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ
ΓΕΩΡΓΙΟΥ Α. ΑΝΤΩΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΩΝ
Βαλαωρίτου 4, 2ος όροφος | τ.κ. 10671, Αθήνα
Τηλ: 210-36 15 430 & 427 | Fax: 210- 36 10 620
Αθήνα, 15 Σεπτεμβρίου 2014
ΠΡΟΣ
ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ
ΕΝΩΣΕΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΛΙΜΕΝΙΚΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ
Κοινοποίηση: Πρωτοβάθμιες Ενώσεις Προσωπικού Λιμενικού Σώματος
ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Θέμα: «Νομικές ενέργειες σε σχέση με περικοπές αποδοχών ν. 4093/2012».
Αξιότιμοι κύριοι, Αγαπητοί φίλοι/ες,
Ι. Όπως γνωρίζετε, η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ενώσεων Προσωπικού Λιμενικού Σώματος προσέφυγε μέσω του γραφείου μας, στο Συμβούλιο της Επικρατείας και πέτυχε την ακύρωση της υπ αριθμ. οικ. 2/83408/0022/14-11-2012 απόφασης του αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ τ. Β 3017/14-11-2012), με την οποία καθορίστηκε ο τρόπος και ο χρόνος επιστροφής των αποδοχών (μεταξύ των λοιπών στρατιωτικών και υπηρετούντων στα σώματα ασφαλείας και) των λιμενικών, που θεωρήθηκαν ως «αχρεωστήτως καταβληθείσες», κατόπιν των αναδρομικών περικοπών που επεβλήθησαν με τις ρυθμίσεις της υποπαραγράφου Γ1 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 – Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016» (ΦΕΚ τ. Α’ 222/12-11-2012).
Ειδικότερα, με τις 2191-2196/2014 αποφάσεις της Ολομελείας του ΣτΕ έγιναν δεκτές οι αιτήσεις ακυρώσεως που άσκησαν οι ένστολοι (ειδικά για τους λιμενικούς εξεδόθη η υπ. αριθ. 2194/2014 απόφαση του ΣτΕ) και ακυρώθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με το σκεπτικό ότι οι μειώσεις των αποδοχών που επέβαλε ο ν. 4093/2012 στο ειδικό μισθολόγιο (και) των λιμενικών είναι αντίθετες στο Σύνταγμα.
Κατ΄ αποτέλεσμα, για όλο το διάστημα από 1-8-2012 έως και σήμερα (και για όσο παραμένει σε ισχύ ο κριθείς ως αντισυνταγματικός ν. 4093/2012) ως νόμιμες αποδοχές των λιμενικών πρέπει να θεωρηθούν εκείνες που ίσχυαν κατά την 31η-7-2012.
ΙΙ. Σημειώνεται ότι για πρώτη φορά μετά την εισαγωγή της χώρας μας στο μηχανισμό Στήριξης το 2010 κρίθηκε οριστικά και αμετάκλητα από την Ελληνική τακτική Δικαιοσύνη ότι μειώσεις αποδοχών μίας κατηγορίας Ελλήνων πολιτών (και δη των στρατιωτικών και υπηρετούντων στα σώματα ασφαλείας) έρχεται σε αντίθεση με το Σύνταγμα της Ελληνικής Πολιτείας. Αυτό καταδεικνύει το μέγεθος της νομικής (το γραφείο μας χειρίστηκε την υπόθεση για λογαριασμό και των εν ενεργεία στελεχών των ενόπλων δυνάμεων), αλλά και συνδικαλιστικής επιτυχίας, για εκείνους οι οποίοι στήριξαν τη σχετική προσπάθεια, σε ένα δυσμενές πολιτικό και νομικό περιβάλλον για τα εργασιακά δικαιώματα του συνόλου των Ελλήνων πολιτών.
ΙΙΙ. Πρακτικά, όπως ενημερώσαμε ευθύς εξαρχής, δημιουργήθηκε συνταγματική υποχρέωση της Διοίκησης προς συμμόρφωση με το σκεπτικό και διατακτικό των ανωτέρω αποφάσεων, η οποία (υποχρέωση) κατ΄ ελάχιστον περιλαμβάνει την υποχρέωση επιστροφής σε κάθε λιμενικό υπάλληλο της διαφοράς των αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 1-8-2012 έως σήμερα (αλλά και για κάθε μήνα που συνεχίζεται η εφαρμογή του κριθέντος ως αντισυνταγματικού νέου μισθολογίου). Αντιστρόφως, κάθε λιμενικός υπάλληλος χωρίς να χρειαστεί να καταβάλει ούτε ένα ευρώ, έχει σήμερα έναντι της Ελληνικής Πολιτείας συγκεκριμένη αξίωση για επιστροφή της διαφοράς των αποδοχών, οι οποίες παρανόμως δεν του καταβλήθηκαν για το ανωτέρω χρονικό διάστημα.
IV. Η Ομοσπονδία Ενώσεων Προσωπικού Λιμενικού Σώματος προέβη και συνεχίζει, σε συνεργασία με τις λοιπές οργανώσεις των στρατιωτικών και υπηρετούντων στα σώματα ασφαλείας, σε σειρά ενεργειών, επαφών και κινητοποιήσεων με σκοπό την άσκηση κάθε δυνατής νόμιμης πίεσης προς της Ελληνική Πολιτεία, ώστε να ανταποκριθεί στο αυτονόητο συνταγματικό καθήκον της περί πλήρους και ορθής συμμόρφωσης με τις εκδοθείσες δικαστικές αποφάσεις, έτσι ώστε να διαφυλαχθεί η έννομη τάξη, αλλά και να αποφευχθεί ταλαιπωρία του προσωπικού του λιμενικού σώματος. Στο πλαίσιο αυτό, ζητούσαμε και ζητούμε τη νομική κατοχύρωση των αξιώσεων των στρατιωτικών και υπηρετούντων στα σώματα ασφαλείας, κατά το πρότυπο της αντίστοιχης ρύθμισης που ψηφίστηκε για τους δικαστές.
Μπροστά στη συνεχή αναβλητικότητα της Ελληνικής Πολιτείας δια των αρμοδίων οργάνων της (ο Υπουργός των Οικονομικών αρνείται έως σήμερα ακόμα και να συναντήσει τους θεσμικούς εκπροσώπους στρατιωτικών και σωμάτων ασφαλείας), η Ομοσπονδία, μέσω του γραφείου μας, προσέφυγε εκ νέου στο ΣτΕ και συγκεκριμένα στην Επιτροπή Συμμόρφωσης, για να διαπιστωθεί η μη συμμόρφωση του Ελληνικού Δημοσίου με τις σχετικές δικαστικές αποφάσεις, διαδικασία η οποία οδήγησε ήδη στη σύνταξη του υπ. αριθ. 13/2014 πρακτικού του Τριμελούς Συμβουλίου του ΣτΕ (άρθρο 2 του ν. 3068/2012), με το οποίο το Συμβούλιο υιοθετώντας πλήρως τους ισχυρισμούς της Ομοσπονδίας, διαπιστώνει τη μη συμμόρφωση της Διοίκησης προς την 2196/2014 απόφαση του ΣτΕ και καλεί το Υπουργείο Οικονομικών να συμμορφωθεί εντός δύο (2) μηνών. Σημειωτέον, όμως, ότι, αν μετά την πάροδο του διμήνου, διαπιστωθεί εκ νέου μη συμμόρφωση ή πλημμελής συμμόρφωση, η μόνη άμεση κύρωση που προβλέπεται είναι η επιβολή προστίμου σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου και όχι η καταβολή των διαφορών στους στρατιωτικούς και τους υπηρετούντες στα σώματα ασφαλείας.
V. Στο πλαίσιο της ενώπιον του ΣτΕ διαδικασίας περί μη συμμόρφωσης, η Διοίκηση, μέσω της αρμόδιας Διεύθυνσης Μισθολογίου του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, τοποθετήθηκε για πρώτη φορά (με ημερομηνία 2-9-2014) επισήμως και εγγράφως επί του θέματος, σημειώνοντας ότι «η εν λόγω δαπάνη (συμμόρφωσης) δεν είχε προβλεφθεί κατά την κατάρτιση του προϋπολογισμού οικ. έτους 2014» και ότι οι αποφάσεις του ΣτΕ «εκδόθηκαν μεν εντός του 2014, αλλά κατόπιν της ψήφισης του ΜΠΔΣ 2015-2018 Ν. 4263/2014…, όπου τίθενται τα ανώτατα δημοσιονομικά και οι δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί για την επόμενη τετραετία», για να καταλήξει ότι: «Κατά συνέπεια, μετά από την οριστικοποίηση της δημοσιονομικής αποτίμησης όλων των πτυχών των εκδοθεισών δικαστικών αποφάσεων θα πρέπει το εν λόγω ζήτημα να συμπεριληφθεί μεταξύ των θεμάτων που θα τεθούν σε διαβούλευση κατά τη διάρκεια των συνεχών διαπραγματεύσεων, μεταξύ της Ελληνικής Κυβέρνησης και της Τρόικα, οι οποίες θα αρχίσουν στις 2/9/2014, και ειδικότερα κατά το τέλος του δευτέρου 15ημέρου του Σεπτεμβρίου 2014, προκειμένου να διασφαλισθεί η σύμφωνη γνώμη των εταίρων για την κάλυψη του πιθανολογούμενου σοβαρού δημοσιονομικού κόστους που θα επέλθει στο πλαίσιο του ΜΠΔΣ 2015-2018 και την εγγραφή της δαπάνης στις πιστώσεις του Π/Υ 2015. Λόγω του μεγάλου αριθμού των δικαιούχων (εν ενεργεία και εν αποστρατεία) στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων, απαιτείται να παρασχεθεί στη Διοίκηση επαρκής χρόνος για την αποτίμηση της δαπάνης για τα έτη 2012,2013,2014,2015-2018».
Ταυτοχρόνως, ο Έλληνας Πρωθυπουργός, μιλώντας στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης στις 6-9-2014, ανέφερε επί λέξει: «Η απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας για αποκατάσταση των μισθολογικών τους απωλειών θα εφαρμοστεί. Τουλάχιστον όσο μας επιτρέπουν οι ανάγκες του προϋπολογισμού. Και χωρίς φυσικά να ανατρέψει το δημοσιονομικό προγραμματισμό της Χώρας και την πορεία εξόδου από την κρίση. Έτσι, στα πλαίσια των δημοσίων οικονομικών, θα υπάρξει άμεσα η μέγιστη δυνατή αποκατάστασή τους. Με σεβασμό κυρίως στη διατήρηση του αξιόμαχου των Ενόπλων ?υνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας και με ειδική μελέτη που το τεκμηριώνει αυτό, όπως άλλωστε ορίζει και η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Και στο θέμα αυτό, όπλο μας είναι και πάλι η αλήθεια: ?εν μπορούμε μονομιάς να αποκαταστήσουμε πλήρως τις αποδοχές του 2012. Ούτε για τους στρατιωτικούς, ούτε για τους αστυνομικούς, ούτε για κανέναν άλλο κλάδο. Οι αυξήσεις όμως θα δοθούν άμεσα στους ένστολους, θα είναι σημαντικές, χωρίς να βγάζουν την οικονομία από τους στόχους της ή να επιβαρύνουν άλλα στρώματα. Κι αυτό είναι εφικτό, γιατί ήδη έχουμε καταφέρει να συμμαζέψουμε τα οικονομικά του κράτους» (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας).
Αντικειμενικά, τα ανωτέρω δημιουργούν ανησυχία για το αν η Ελληνική Πολιτεία θέλει πράγματι να σεβαστεί εμπράκτως τις απολύτως ξεκάθαρες και σαφείς νομικές υποχρεώσεις της που απορρέουν από τις ακυρωτικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και οι οποίες περιλαμβάνουν, τόσο την εξάλειψη από την έννομη τάξη των διατάξεων του ν. 4093/2012, οι οποίες κρίθηκαν ως αντισυνταγματικές και την επαναφορά για το μέλλον του μισθολογίου των στρατιωτικών και των υπηρετούντων στα σώματα ασφαλείας, το οποίο ίσχυε πριν την ψήφιση του ν. 4093/2012, όσο και την καταβολή του συνόλου της διαφοράς των αποδοχών που προκύπτουν για το χρονικό διάστημα από 1-8-2012 έως σήμερα.
VΙ. Ενόψει των ανωτέρω και επειδή, το γραφείο μας γίνεται αποδέκτης πλήθους ερωτημάτων καθώς κυκλοφορούν διάφορες νομικές απόψεις, οι οποίες εντείνουν (σκόπιμα ή μη) τη δημιουργηθείσα σύγχυση, θέλουμε να διευκρινίσουμε τα εξής:
1. Κατά τη νομική μας άποψη, δεν υφίσταται επί του παρόντος κίνδυνος παραγραφής των σχετικών αξιώσεων, έτσι ώστε να επιβάλλεται η διακοπή της παραγραφής, μέσω αιτήσεως στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους ή σε οποιαδήποτε άλλη αρχή. Θυμίζουμε ότι, τόσο ο ν. 4093/2012 με τον οποίο επιβλήθηκαν οι περικοπές, όσο και η ακυρωθείσα Υπουργική Απόφαση, εκδόθηκαν το Νοέμβριο του 2012, ενώ η καταβολή των μειωμένων αποδοχών και η παρακράτηση των αναδρομικών έλαβαν χώρα (από) τον Ιανουάριο του 2013. Σε κάθε περίπτωση, η αίτηση διακοπής παραγραφής δεν «κλειδώνει» τα ποσά που δικαιούται κάθε στέλεχος του λιμενικού σώματος και δεν υποκαθιστά την ανάγκη δικαστικής διεκδίκησης, αν το σύνολο των οφειλομένων δεν καταβληθεί από το Ελληνικό Δημόσιο.
2. Η αξίωση κάθε στελέχους για καταβολή αναδρομικών περιλαμβάνει τις διαφορές αποδοχών για το διάστημα από 1-8-2012 έως σήμερα, αφού ληφθούν υπόψη οι μισθολογικές/ βαθμολογικές προαγωγές, οι οποίες «ξεπάγωσαν» με το ν. 4093/2012.
3. Οι όποιες θεσμικές ενέργειες σε επίπεδο Ομοσπονδιών, για άσκηση περαιτέρω πίεσης (όπως η προσφυγή στην Επιτροπή Συμμόρφωσης του Συμβουλίου της Επικρατείας), εξ΄ ορισμού δεν έχουν ως άμεσο αποτέλεσμα την κατοχύρωση των ατομικών αξιώσεων των στελεχών.
4. Ο – κατά τη γνώμη μας – ορατός πλέον κίνδυνος που δημιουργείται – πέραν της ολοκληρωτικής μη συμμόρφωσης εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου, που δεν πρέπει να θεωρηθεί ως πιθανό ενδεχόμενο – είναι η μερική (και άρα) πλημμελής συμμόρφωση, τόσο για το μέλλον, όσο και – ιδιαίτερα – σε σχέση με το ύψος των αναδρομικών που θα αποδοθούν, δηλαδή η μεγαλύτερη ή μικρότερη μη απόδοση των οφειλομένων, κατ΄εφαρμογή μιας νέας νομοθετικής ρύθμισης. Το ενδεχόμενο αυτό δεν μπορεί να αποκλειστεί αλλά, αντίθετα, ενισχύεται από το γεγονός ότι η Πολιτεία, όπως και επισήμως πλέον διακηρύσσει, αρνείται να αναλάβει τις νομικές δεσμεύσεις που απορρέουν από το δεδικασμένο των αποφάσεων του ΣτΕ, αλλά αντιμετωπίζει τις σχετικές αποφάσεις ως πολιτικές κατευθυντήριες γραμμές για κάποιες (!) παροχές προς τους στρατιωτικούς και τους υπηρετούντες στα σώματα ασφαλείας, εφόσον και στο βαθμό που το επιτρέπουν οι δημοσιονομικές συνθήκες της χώρας και/ή η Τρόικα.
5. Προς αντιμετώπιση του κινδύνου μη απόδοσης του συνόλου των οφειλομένων, μόνος τρόπος διεκδίκησης της διαφοράς που θα δημιουργηθεί είναι – σε πρώτο χρόνο – η κατάθεση αγωγής ενώπιον του αρμοδίου Διοικητικού Πρωτοδικείου. Σημειώνεται δε, ότι η τυχόν σχετική αγωγή έχει μεγαλύτερες πιθανότητες ευδοκίμησης, αν κατατεθεί πριν την ενδεχόμενη δυσμενή νομοθετική ρύθμιση, αφού, κατά τον τρόπο αυτό, θα έχει δημιουργηθεί εκκρεμοδικία, στην οποία – με βάση τη μέχρι σήμερα νομολογία – δεν επιτρέπεται νομίμως να επέμβει ο νομοθέτης.
Ξεκαθαρίζουμε, ευθύς εξαρχής, ότι η εν λόγω δυνατότητα άσκησης αγωγής δεν αφορά σε όποιον – παρά τα ανωτέρω – πιστεύει ότι η Ελληνική Πολιτεία θα εφαρμόσει πλήρως την απόφαση του ΣτΕ και θα καταβάλλει το σύνολο των αναδρομικών (σε αυτή την περίπτωση δε θα μένει αντικείμενο διεκδίκησης και αν έχει ασκηθεί αγωγή, η σχετική δίκη θα καταργηθεί). Δεν αφορά, ομοίως, σε όποιον επιλέξει από τώρα να πάρει ό,τι του δοθεί, όταν και αν του δοθεί, ακόμα κι αν η αξίωσή του με βάση το σκεπτικό της απόφασης του ΣτΕ είναι μεγαλύτερη.
Όποιος ενδιαφέρεται, όμως, να κατοχυρώσει νομικά, κατά το δυνατόν, την αξίωσή του, θα πρέπει να ασκήσει αγωγή ενώπιον του αρμόδιου Διοικητικού Πρωτοδικείου.
Αξιότιμοι κύριοι, Αγαπητοί φίλοι/ες,
Το γραφείο μας έφερε σε πέρας με πλήρη επιτυχία την εντολή που του δόθηκε. Σε οποιαδήποτε άλλη Πολιτεία, μετέχουσα του ευρωπαϊκού δημοκρατικού νομικού πολιτισμού, το θέμα, με την έκδοση των σχετικών αμετάκλητων αποφάσεων, θα ήταν σήμερα νομικά και πρακτικά λήξαν.
Στη χώρα μας, όμως, εν έτει 2014, ο νομοθέτης και η Διοίκηση δεν έχουν χρόνο και βούληση να πράξουν το νομικά αυτονόητο, αλλά, αντίθετα, έχουν χρόνο και βούληση να εισαγάγουν νέες δυσμενείς κοινωνικοασφαλιστικές ρυθμίσεις, που ανατρέπουν εκ νέου τα δικαιώματα και τον προγραμματισμό ζωής των στρατιωτικών και των υπηρετούντων στα σώματα ασφαλείας Ελλήνων πολιτών. Μπροστά σε αυτή τηθεσμικά πρωτόγνωρη κατάσταση νομίζουμε, ότι πέραν των (νομικών και συνδικαλιστικών) πρωτοβουλιών της Ομοσπονδίας, κάθε πρωτοβάθμια οργάνωση, αλλά και κάθε στέλεχος του λιμενικού σώματος ατομικά, πρέπει να έχει σαφή εικόνα των κινδύνων που ελλοχεύουν και των δυνατοτήτων νομικής αντίδρασης που ατομικά του παρέχονται, ώστε να λάβει τις σχετικές αποφάσεις του.
Αυτονόητα, παραμένουμε στη διάθεση των στελεχών που μας επιλέξουν και προς το σκοπό αυτό, με ανακοίνωση που θα ακολουθήσει τις επόμενες ημέρες.
Με τιμή
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΑΝΤΩΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ