Με το υπ αρίθμ. πρωτ. 26/2014/01-10-2014 έγγραφο η Ομοσπονδία μας απέστειλε σήμερα Τετάρτη 01-10-2014 ολοκληρωμένη μελέτη επί του σχεδίου Π.Δ. “Πειθαρχικό Δίκαιο στελεχών Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.”, ζητώντας ταυτόχρονα την ενσωμάτωση των προτάσεών της στο τελικό κείμενο του υπό κατάρτιση Προεδρικού Διατάγματος.
Οι παρακάτω προτάσεις μας έχουν επεξεργαστεί από νομικούς συμβούλους και ομάδα εργασίας της Ομοσπονδίας με επικεφαλή το μέλος του Δ.Σ Μπερτσιά Αθανάσιο, που εργάσθηκε για τον σκοπό αυτό.
O Πρόεδρος ΔΡΙΒΑΚΟΣ Γεώργιος
Ο Γεν. Γραμματέας ΚΑΤΣΙΝΑΣ Σωτήριος
Πειραιάς 01/10/2014
Αρ. Πρωτ: 26/2014
ΘΕΜΑ: <<Προτάσεις – Παρατηρήσεις επί του σχεδίου Π.Δ. “Πειθαρχικό Δίκαιο στελεχών Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ”>>
Σας αποστέλλουμε επεξεργασμένες προτάσεις – παρατηρήσεις επί του σχεδίου Π.Δ. “Πειθαρχικό Δίκαιο στελεχών Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.” και παρακαλούμε όπως αυτές ενσωματωθούν στο τελικό κείμενο.
Όλες οι ανωτέρω τροποποιήσεις βρίσκονται στην κατεύθυνση του εκσυγχρονισμού, της σαφέστερης οριοθέτησης και της αξιοποίησης νομολογιών των Ποινικών και Διοικητικών Δικαστηρίων. καθώς και διατάξεων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα.
O Πρόεδρος ΔΡΙΒΑΚΟΣ Γεώργιος
Ο Γεν. Γραμματέας ΚΑΤΣΙΝΑΣ Σωτήριος
Προτάσεις – Παρατηρήσεις επί του σχεδίου Π.Δ. Πειθαρχικού Δικαίου
1. Άρθρο 2 παρ. 1.
Απάλειψη της υποπαραγράφου 1α και 1ε. Πρόκειται για αυτονόητες υποχρεώσεις κάθε Έλληνα πολίτη και οιουδήποτε οργάνου, δεδομένου ότι η πιστή συμμόρφωση προς το Σύνταγμα και τους νόμους δεν σχετίζεται με την έννοια της πειθαρχίας.
- Άρθρο 3 παρ3 .
Απαιτείται σαφέστερος ορισμός. Προδήλως παράνομη διαταγή είναι εκείνη που είναι αντίθετη σε διάταξη νόμου ή αφορά στην τέλεση ποινικού αδικήματος.
- Άρθρο 4 παρ. 4.
Σε περίπτωση αμνηστίας ή χάριτος εκ μέρους του Προέδρου της Δημοκρατίας κατ εφαρμογή του άρθρου 47 του Συντάγματος θα πρέπει να αίρεται και η πειθαρχική ποινή.
- Άρθρο 5.
Στην παρ. 3, προτείνεται να θεσπιστεί δυνατότητα αναστολής της πειθαρχικής διαδικασίας έως την έκδοση αμετάκλητης (όχι οριστικής ή τελεσίδικης) απόφασης, κατά την κρίση τους.
- Άρθρο 6 παρ. 2 τελ.εδ.
Η εκτέλεση των ποινών, αργιών να παραγράφεται στον ίδιο ακριβώς χρόνο που παραγράφονται και τα παραπτώματα, εφόσον δεν έχει παρέλθει ισόχρονο διάστημα με τις παραγραφές παραπτωμάτων.
- Άρθρο 7.
Δεν συνιστά μετατόπιση της ευθύνης στον ανώτερο η υποβολή αναφοράς περί παράνομης διαταγής, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 2.
- Άρθρο 8 παρ. 1.
Μεγάλος χρόνος παραγραφής για τα πειθαρχικά παραπτώματα, που επισύρουν ποινή απόταξης. Προτείνονται τα 10 ή 15 έτη.
Άρθρο 8 παρ. 3.
Προτείνουμε την διαγραφή της συγκεκριμένης παραγράφου. Η διακοπή της παραγραφής να επέρχεται μόνο με την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης και όχι με την διαταγή προς ΕΔΕ. Μόνο έτσι η Διοίκηση δεν κρατά όμηρο το στέλεχος και θα υποχρεώνεται σε ταχεία ενέργεια.
- Άρθρο 9.
Να απαλειφθεί γιατί είναι ασαφές και θα δημιουργήσει προβλήματα στην πράξη. Καλό είναι, ο πειθαρχικός έλεγχος πολλών παραπτωμάτων να καλύπτεται από την θεωρία της φυσικής ενότητας της πράξης (πρόκειται για συμπεριφορά εκδήλωσης πολλών παραπτωμάτων χωρίς σημαντική χρονική ανάπαυλα, εντός της οποίας, επέρχεται γαλήνη και αποκατάσταση της ηρεμίας και τάξης). Σε περίπτωση διατήρησης του άρθρου 9, πολλά συρρέοντα παραπτώματα να αντιμετωπίζονται ως ενιαία πειθαρχική συμπεριφορά (ένα παράπτωμα), εφόσον τα διάφορα παραπτώματα διαπράττονται χωρίς σημαντική χρονική απόκλιση μεταξύ τους.
- Άρθρο 12.
Προτείνεται να απαλειφθεί το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3, εφόσον η απόφαση του Ανακριτικού και Πειθαρχικού Συμβουλίου είναι απαλλακτική, δεν μπορεί να επιβληθεί ούτε συνήθης πειθαρχική ποινή.
Επιπλέον, η παρ. 4 πρέπει να αναμορφωθεί ώστε σε περίπτωση αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης, αμετάκλητου απαλλακτικού βουλεύματος ή αρχειοθέτησης της ποινικής υπόθεσης πρέπει υποχρεωτικά να θεσπιστεί επανεξέταση της πειθαρχικής ποινής, κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου. Ομοίως να είναι δεσμευτική η αρμοδιότητα επανεξέτασης και σε περίπτωση επιβολής καταστατικών ποινών.
10. Άρθρο 13 παρ. 3.
Για την προστασία των στελεχών από κακόβουλες ανώνυμες καταγγελίες θα πρέπει αυτές να τίθενται άνευ ετέρου στο αρχείο. Σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και να εξετάζονται χωρίς να εξαρκεί η συγκεκριμένη περιγραφή ποινικού ή διοικητικού αδικήματος. Θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να παρέχουν και επαρκή μέσα απόδειξης ώστε να εγκαθιδρύεται με βεβαιότητα ένας απόλυτα σοβαρός λόγος ενασχόλησης της διοίκησης.
- Άρθρο 14 παρ. 1.
Όταν το πειθαρχικό παράπτωμα στρέφεται προσωπικά εναντίον αυτού που είναι αρμόδιος ν’ ασκήσει πειθαρχική δίωξη (κλήση σε απολογία) θα πρέπει του θέματος να επιλαμβάνεται το προϊστάμενο κλιμάκιο. Ουδείς κριτής των εαυτού υποθέσεων.
Άρθρο 14 παρ. 3.
Στην παρ. 3 αναφορικά με τα απαραίτητα στοιχεία της κλήσης προς απολογία, πρέπει να επαναλαμβάνεται (βλ. παρ. 1 του ίδιου άρθρου) ρητώς η δυνατότητα παράτασης της προθεσμίας υποβολής έγγραφης απολογίας, κατόπιν αιτήσεως του πειθαρχικώς διωκόμενου.
Άρθρο 14 παρ. 7.
Να προστεθεί η φράση μετά την ολοκλήρωση της τρέχουσας πειθαρχικής δίωξης.
Διαφορετικά φαλκιδεύεται το δικαίωμα απολογίας από τον κίνδυνο νέων ταυτόχρονων πειθαρχικών διώξεων.
Άρθρο 14 παρ. 8.
Να καταχωρηθεί ότι πρέπει να εξετάζονται οι λόγοι της μη υποβολής έγγραφης απολογίας του πειθαρχικά διωκόμενου.
- Άρθρο 15.
Στην παρ. 1θ να προστεθεί η φράση “υπό την επιφύλαξη της άσκησης συνταγματικών δικαιωμάτων”.
Πρέπει να αποσαφηνιστεί πότε θεωρείται ότι υπάρχει αδικαιολόγητη εμμονή στην υποβολή αίτησης για θέμα που έχει αποφανθεί η υπηρεσία(παρ. 1ιε).
Σημειώνεται ότι η διαπιστούμενη δικαιολογημένη νομική ή πραγματική πλάνη δεν συνιστά ελαφρυντική περίσταση, αλλά συνιστά λόγο άρσης του αδίκου (εδώ έχουμε νομική αστοχία). Να διαγραφεί από τα ελαφρυντικά.
- Άρθρο 19 παρ. 2.
Γίνεται λόγος για “κλήση”, ενώ πρόκειται για επίδοση “ποινής”. Σε κάθε περίπτωση άρνησης παραλαβής, κάθε πειθαρχικό έγγραφο πρέπει να επιδίδεται στην οικία του εγκαλούμενου, σύμφωνα με τις διατάξεις Κ.Π.Δ.
- Άρθρο 24 παρ.1.
Είναι απαράδεκτο να καθιερωθεί η αναφορά παραπόνων σε πρώτο και τελευταίο βαθμό μόνο.
Ας σημειωθεί ότι η πειθαρχική δίωξη είναι ιδιαίτερα επαχθές μέτρο. Δεν προσβάλει μόνο την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, αλλά τραυματίζει την ψυχική ενότητα και τη διάθεση μαχητικής και παραγωγικής δραστηριοποίησης. Άλλωστε στο άρθρο 73 ΣΠΚ θεσπίζεται ως ποινικό αδίκημα η πειθαρχική δίωξη χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμες, προς τούτο, προϋποθέσεις. Είναι αναγκαίο επομένως να τηρηθούν και οι τρείς βαθμοί υποβολής παραπόνων.
- Άρθρο 25 παρ. 2.
Σε περίπτωση υποβολής αναφοράς παραπόνων η αρχή της απαγόρευσης της χειροτέρευσης της θέσης του παραπονούμενου πρέπει να είναι απόλυτη. Διαφορετικά ελάχιστοι θα υποβάλουν αναφορές παραπόνων ακριβώς για τον κίνδυνο να αντιμετωπίσουν αντί άρσης, επαύξηση της ποινής. Εάν πράγματι υπάρξει περίπτωση απαράδεκτα επιεικούς πειθαρχικού ελέγχου, δεν πρέπει να υποστεί συνέπειες ο τιμωρούμενος, αλλά τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα για την πλημμελή εκτέλεση του καθήκοντός του.
- Άρθρο 26.
Να περιληφθεί και η καταστατική ποινή.
- Άρθρο 28 παρ. 1δ.
Να τεθεί ο όρος «αμετάκλητη απόφαση» αντί της λέξης “τελεσίδικης”. Ομοίως πρόβλεψη μόνο για τα εκ δόλου τιμωρούμενα αδικήματα. Διαφορετικά σε κάθε τροχαίο θα υπάρχει κίνδυνος επαγγελματικής εξόντωσης του στελέχους, με επιβολή ποινής αργίας, με προσωρινή απόλυση.
Να απαλειφθεί η παρ. 1θ γιατί είναι εντελώς αόριστη και υποθάλπει την δυνατότητα αυθαιρεσιών της Διοίκησης, ενώ καθιστά άνευ αντικειμένου τον χαρακτήρα της «περιοριστικής απαρίθμησης», που υπάρχει στην επικεφαλίδα.
- Άρθρο 29 παρ.3.
Να περιοριστεί η επίπτωση μόνο στα εκ δόλου αδικήματα και να τεθεί ως προϋπόθεση το αμετάκλητο της απόφασης. Υπάρχει δεδικασμένο το οποίο δεν πρέπει ν’ ανατραπεί. Κατά παραχώρηση προτείνεται η δυνατότητα αργίας με προσωρινή παύση. Τα πειθαρχικά συμβούλια δεν πρέπει να είναι δέσμια των ποινικών δικαστηρίων.
- Άρθρο 30 παρ. 1γ.
Αντί της «τελεσίδικης» να μπει ο όρος «αμετάκλητης». Να αποκλειστεί η περίπτωση του πορίσματος της ΕΔΕ., καθόσον η τελευταία έχει αυτόνομη λειτουργία, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό μιας πράξης ως κακουργήματος.
Στην παρ. στ, να θεσμοθετηθεί ο προσδιορισμός της εξάμηνης φυλάκισης, μόνο για εκ δόλου τελούμενο αδίκημα.
- Άρθρο 32 παρ.1.
Πρόκειται για δαμόκλειο σπάθη που επικρέμεται στις κεφαλές του Λ.Σ. Ανά πάσα στιγμή με διογκωμένο πραγματικό η εικατολογικό αντικείμενο μπορεί να ξεκινήσει μία ΕΔΕ και το στέλεχος να τεθεί σε διαθεσιμότητα. Από την άλλη πλευρά είναι γνωστή η ευκολία με την οποία οι Εισαγγελείς ασκούν ποινική δίωξη. Δεν τίθεται θέμα εμπιστοσύνης στο πρόσωπο του εκάστοτε Αρχηγού. Είναι ζήτημα θεσμικής θωράκισης.
Δεν παραβλέπεται το γεγονός ότι υπάρχουν περιπτώσεις, που το στέλεχος πρέπει να τίθεται άμεσα σε διαθεσιμότητα. Προτείνεται η λειτουργία μόνιμου σχετικού συμβουλίου στο οποίο μπορεί να συμμετέχει και στρατιωτικός δικαστής. Θα έχει εισηγητικό ρόλο για τη διαθεσιμότητα, όταν θα ερωτάται σχετικά από τον κ. Αρχηγό, ο οποίος και θ’ αποφασίζει στο τέλος ανεξάρτητα.
Στην παρ. 3 διαπιστώνεται ότι πρόκειται για πλήρη αντιγραφή του αντίστοιχου άρθρου του υπαλληλικού κώδικα. Η μέχρι τώρα λειτουργία του στις ένοπλες δυνάμεις, αποδείχθηκε ανεδαφική (π.χ. Υπξκός παραπέμφθηκε αβάσιμα για μικροκλοπή σε βάρος της ερωμένης του και βρέθηκε αυτοδίκαια εκτός ενόπλων δυνάμεων για δυόμιση περίπου χρόνια, όσο δηλαδή διήρκεσε η αθώωσή του από το Αναθεωρητικό Δικαστήριο. Πρόκειται για πραγματική περίπτωση). Υπενθυμίζεται ότι το στέλεχος του Λ.Σ. πλαισιώνει την αμυντική θωράκιση της πατρίδας κατά μία μαχητική μονάδα και η αυτόματη πρόωρη απομάκρυνσή του, αποδυναμώνει την άμυνα και τον αποξενώνει από τις επαγγελματικές εμπειρίες. Πρέπει να γίνει σαφές ότι τα στελέχη του Λ.Σ. δεν είναι απλοί, ουδέτεροι δημόσιοι υπάλληλοι. Εάν αποδεχθούμε το πρώτο βήμα εξίσωσης και μάλιστα αρνητικά, σύντομα θα οδηγηθούμε και στο ίδιο μισθολόγιο. Και εδώ προτείνεται η προηγούμενη γνωμοδότηση του παραπάνω μονίμου συμβουλίου, το οποίο θα συνεκτιμά όλα τα στοιχεία του φακέλου, θα ακούει τον ενδιαφερόμενο και θα εισηγείται ανάλογα στον κ. Αρχηγό και στον κ. Υπουργό. Διαφορετικά θεσμοθετείται η δυνατότητα της ανά πάσα στιγμή εκπαραθύρωσης των στελεχών του Λ.Σ. με κατευθυνόμενες καταγγελίες, μηνύσεις και ΕΔΕ.
- Άρθρο 35.
α) Τα πειθαρχικά συμβούλια να συγκροτούνται με κλήρωση των μελών. Λεπτομέρειες να καθοριστούν με σχετική διαταγή.
β) Τα πειθαρχικά συμβούλια να γίνουν σε επίπεδο Περιφερειακών Διοικήσεων και Κεντρικής Υπηρεσίας με εκπροσώπηση των συνδικαλιστικών οργάνων. Ομοίως να υπάρχει εκπροσώπηση και στα Ανακριτικά Συμβούλια.
- Άρθρο 38 παρ. 1β.
Πρέπει να τίθενται πάντοτε στα πειθαρχικά συμβούλια περισσότερα από ένα ερωτήματα και μάλιστα τόσα όσα αντιστοιχούν στις καταστατικές ποινές Διαφορετικά το εκάστοτε πειθαρχικό συμβούλιο βρίσκεται σε εξαιρετικά δυσχερή θέση όταν δεν έχει ευρύτερο πεδίο διάκρισης και επιβολής κατώτερης ποινής, όντας υποχρεωμένο ν’ απαντήσει κατά κανόνα μόνο σε ένα ερώτημα και μάλιστα αυτό της απόταξης.
Τέλος προτείνουμε την ενεργοποίησης της διάταξης του άρθρου 46 του ν. 4256/14 για τον Συνήγορο του Λιμενικού και την επέκτασή της και στις διατάξεις του Πειθαρχικού Δικαίου.