Τσιάνος Παναγιώτης / tsianos.pan@gmail.com
Μέλος Εκτελεστικής Γραμματείας Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ.
«Σήμερα πορεία, αύριο απεργία»
Επίκαιρο περισσότερο από ποτέ είναι σήμερα το παραπάνω σύνθημα που ακούστηκε πριν 2 δεκαετίες περίπου, σε μια από τις πρώτες συνδικαλιστικές εκδηλώσεις των υπηρετούντων στα Σώματα Ασφαλείας, αποδεικνύοντας πως η διεκδίκηση της αναγνώρισης του δικαιώματος της απεργίας, είναι ένα διαχρονικό αίτημα.
Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ενώσεων Προσωπικού Λιμενικού Σώματος (Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ.) στο τελευταίο συνέδριό της στην Καλαμάτα, εξέδωσε ειδικό Ψήφισμα (εδώ), για τη διεκδίκηση της αναγνώρισης του δικαιώματος της απεργίας, στο προσωπικό του Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής.
Το ψήφισμα θέτει ουσιαστικά το θέμα της αναθεώρησης του ισχύοντος Συντάγματος και συγκεκριμένα του άρθρου 23, ώστε να αποκτήσουν και τα στελέχη των Σωμάτων Ασφαλείας, το δικαίωμα στην απεργία και όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, το δικαίωμα της απεργίας, έχει διεκδικηθεί από τους εργαζόμενους όλου του κόσμου, με πολύχρονους και οδυνηρούς αγώνες, έχει κατοχυρωθεί σε συνταγματικό επίπεδο και δυστυχώς στερείται στη χώρα μας από το προσωπικό του Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. και των λοιπών ένστολων σωμάτων.
Ήδη το δικαίωμα της απεργίας στους ομολόγους μας της πλειοψηφίας των Ευρωπαϊκών κρατών, έχει αναγνωρισθεί και αποτελεί απαράδεκτη εξαίρεση σε βάρος μας, η οποία δεν βρίσκει κανένα ουσιαστικό έρεισμα, ενώ ελάχιστα Συντάγματα περιλαμβάνουν απόλυτη απαγόρευση της απεργίας στα Σώματα Ασφαλείας, όπως συμβαίνει με το Ελληνικό Σύνταγμα.
Για το δικαίωμα της απεργίας στα Σώματα Ασφαλείας, έχει ζητηθεί η άποψη του βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ κ. Μητρόπουλου Αλέξη με την ιδιότητα του καθηγητή Εργατικού Δικαίου και φυσικά του κ. Σαπουντζάκη Τάκη, νομικού συμβούλου της Ομοσπονδίας.
Στο ζήτημα αυτό έχει επίσης αναφερθεί αναλυτικά και έχει εκφράσει την άποψή του, ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου κ. Κατρούγκαλος Γιώργος.
Παρακάτω θα συνοψίσω τις απόψεις που έχουν διατυπωθεί γύρω από το θέμα αυτό, πριν απ’ όλα όμως θα ήθελα να τονίσω, πως θα πρέπει από την πλευρά μας να προσεγγίζουμε το θέμα με ψυχραιμία και αντικειμενικότητα, σε καμία περίπτωση όμως με φόβο.
Σύνταγμα της Ελλάδας, έτσι όπως αναθεωρήθηκε με το Ψήφισμα της 27ης Μαρτίου 2008, από την Η’ Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ: Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, Άρθρο 23
1. Το Κράτος λαμβάνει τα προσήκοντα μέτρα για τη διασφάλιση της συνδικαλιστικής ελευθερίας και την ανεμπόδιστη άσκηση των συναφών μ αυτή δικαιωμάτων εναντίον κάθε προσβολής τους, μέσα στα όρια του νόμου.
2. Η απεργία αποτελεί δικαίωμα και ασκείται από τις νόμιμα συστημένες συνδικαλιστικές οργανώσεις για τη διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών και εργασιακών γενικά συμφερόντων των εργαζομένων. Απαγορεύεται η απεργία με οποιαδήποτε μορφή στους δικαστικούς λειτουργούς και σ αυτούς που υπηρετούν στα σώματα ασφαλείας. Το δικαίωμα των υπαλλήλων της τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, καθώς και του προσωπικού των κάθε μορφής επιχειρήσεων δημόσιου χαρακτήρα ή κοινής ωφέλειας, που η λειτουργία τους έχει ζωτική σημασία για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου, υπόκειται στους συγκεκριμένους περιορισμούς του νόμου που το ρυθμίζει. Οι περιορισμοί αυτοί δεν μπορούν να φθάνουν έως την κατάργηση του δικαιώματος της απεργίας ή την παρεμπόδιση της νόμιμης άσκησής του.
Ανάλυση του άρθρου του Συντάγματος
Στο παραπάνω άρθρο του Συντάγματος, είναι φανερή μια γενική και απόλυτη απαγόρευση του δικαιώματος στην απεργία, με μια διατύπωση ιδιαίτερα περιοριστική. Τέτοιου είδους απόψεις, απηχούν την αντίληψη ότι η δημόσια διοίκηση και ακόμα περισσότερο εκείνος ο στενός πυρήνας της που σχετίζεται με την τήρηση της τάξης και της ασφάλειας, πρέπει να είναι στεγανοποιημένη απέναντι στην κοινωνία. Αυτή όμως ακριβώς η αντίληψη, δεν αποτυπώνει την κατοχύρωση της αρχής της ελευθερίας και της ισότητας έτσι όπως θα έπρεπε σε ένα Σύνταγμα μιας χώρας όπως της Ελλάδας, που μέσα από δημοκρατικές επαναστάσεις του λαού της, έφτασε να οργανωθεί με κανόνες δικαίου ως κράτος. Το αντίθετο μάλιστα. Οι περιορισμοί αυτοί, αντανακλούν την πεποίθηση ότι ο δημόσιος υπάλληλος και πολύ περισσότερο ο ένστολος, είναι «ειδικός πολίτης». Αυτός ο «ειδικός πολίτης» και πάντα με την ίδια πεποίθηση, καταρχήν θα πρέπει να νιώθει δέος που ανήκει στον στενό πυρήνα του κράτους και να απολαμβάνει ειδικά προνόμια. Σε αντάλλαγμα αυτών των προνομίων, πρέπει να είναι απομονωμένος από τους υπόλοιπους πολίτες και να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως μία προέκταση του κράτους και όχι απλά ως πολίτη με στολή.
Αυτή ακριβώς η αντίληψη, που αποτυπώνεται και στο Σύνταγμα της Ελλάδος, είναι πια απολύτως μειοψηφική στο επίπεδο του Ευρωπαϊκού Δημοσίου Δικαίου και η αντίληψη που έχει το Δίκαιο για τους ένστολους, είναι ότι είναι πρώτα πολίτες και μετά ένστολοι. Αυτή την τάση, θα πρέπει πλέον να αντανακλά και το Σύνταγμα της Ελλάδος εάν θέλουμε να ακολουθούμε την εξέλιξη του δικαίου.
Τι ισχύει σε άλλες χώρες
Στην Ευρώπη, στις περισσότερες περιπτώσεις, το θέμα έχει αφεθεί προς ρύθμιση στον κοινό νομοθέτη, ανάλογα με τις αντιλήψεις που επικρατούν σε κάθε κοινωνία και σε κάθε εποχή. Αντίστοιχα, σε επίπεδο Διεθνούς Δικαίου, κατοχυρώνεται γενικά το δικαίωμα της απεργίας, και στον δημόσιο τομέα, αν και πάντα υπάρχει η δυνατότητα να επιβληθούν περιορισμοί.
Αυτή τη στιγμή η γενική τάση είναι δίπλα σε χώρες που πάντοτε επιτρεπόταν η απεργία στα Σώματα Ασφαλείας, όπως το Βέλγιο και η Ολλανδία, παρατηρώντας τα τελευταία χρόνια να αντιστρέφονται οι απαγορεύσεις εκεί που ίσχυαν.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου η γενική απαγόρευση της απεργίας, που είχε επιβληθεί πριν 100 χρόνια περίπου, μετά από μία απεργία της αστυνομίας, στην οποία συμμετείχε κατά υπολογισμούς, το 99% του Σώματος, προτάθηκε στα Σωματεία των ένστολων, η νομιμοποίηση του δικαιώματος της απεργίας.
Δεν υπάρχει, επομένως, μία γενικότερη συνταγή σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά αν μπορεί να διαφανεί μία τάση, αυτή είναι υπέρ της διεύρυνσης του δικαιώματος, υπέρ της διεύρυνσης της ελευθερίας.
Συνδυασμός Συνταγματικών Δικαιωμάτων
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αναγνωρίζει γενικά ως ανεκτούς, περιορισμούς που είναι αναγκαίοι σε μία δημοκρατική κοινωνία, για την περιφρούρηση άλλων αξιών, όπως είναι η δημόσια ασφάλεια, αποδοκιμάζει όμως τους απόλυτους περιορισμούς, ως αντίθετους στην ουσία του δικαιώματος της απεργίας.
Γι’ αυτόν τον λόγο, το σύγχρονο δίκαιο δέχεται την στάθμιση των αγαθών. Δέχεται δηλαδή την δυνατότητα να απεργήσει ο πολίτης δημόσιος υπάλληλος ή ένστολος και ταυτόχρονα το δικαίωμά του αυτό, η ελευθερία του, που είναι απαραίτητη για να μπορέσει να διεκδικήσει τα συνδικαλιστικά του δικαιώματα, να συνδυάζεται με την εξασφάλιση τουλάχιστον του ελάχιστου των υπηρεσιών που προορίζεται να προσφέρει στους πολίτες.
Συνεπώς έχουμε δύο δικαιώματα. Το δικαίωμα στην ασφάλεια των πολιτών και το δικαίωμα στην συνδικαλιστική ελευθερία και κατ’ επέκταση το δικαίωμα στην απεργία στα Σώματα Ασφαλείας. Τα δύο αυτά δικαιώματα, μπορούν κάλλιστα να συνδυαστούν.
Συνοπτικά
Πράγματι, λοιπόν τα στελέχη των Σωμάτων Ασφαλείας αποτελούν ένα κρίσιμο τμήμα του δημόσιου εργασιακού συστήματος. Δεν είναι εργαζόμενοι όπως οι υπόλοιποι, όχι γιατί είναι «ειδικοί πολίτες» όπως αναφέρθηκε προηγούμενα, αλλά γιατί η ασφάλεια των πολιτών είναι και αυτή συνταγματικά κατοχυρωμένη και δεν επιτρέπεται να διακοπεί η παροχή αυτής της υπηρεσίας. Αυτό όμως ισχύει ως μία γενική αρχή του Συνταγματικού Δικαίου, για κάθε δημόσια υπηρεσία, η οποία παρέχει βασικές ανάγκες στο κοινωνικό σύνολο. Έτσι π.χ. η νοσοκομειακή περίθαλψη, η ηλεκτρική ενέργεια, η ύδρευση, πρέπει να παρέχονται σε όλους, ακόμα και αν απεργούν οι υπάλληλοι των αντίστοιχων υπηρεσιών.
Συνεπώς, στην περίπτωσή μας, δεν χρειάζεται να επινοήσουμε τον συνδυασμό αυτό, αφού αυτός προϋπάρχει, σε άλλους κλάδους των Δημοσίων Υπαλλήλων. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, έχουμε προσωπικό ασφαλείας σε οποιαδήποτε αντίστοιχη δημόσια υπηρεσία ασκείται το δικαίωμα της απεργίας. Αυτό γίνεται και σε όλες τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, εδώ και χρόνια, που ήδη από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα, κατοχυρώνεται το δικαίωμα της απεργίας και στα Σώματα Ασφαλείας.
Αυτό λοιπόν που θα πρέπει να γίνει και τελικά είναι και αυτό που ζητά η Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ. με το σχετικό ψήφισμα του Συνεδρίου της, είναι η συνταγματική αναθεώρηση. Αυτό όμως για να γίνει, θα πρέπει πρώτα να απαντήσουμε στο ερώτημα, εάν μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι ουσιαστικά υφίσταται συνταγματική βάση για το δικαίωμα στην απεργία, των Σωμάτων Ασφαλείας.
Σε κάθε περίπτωση και για να είμαστε ρεαλιστές, θα πρέπει να καταστίσουμε σαφές, ότι το δικαίωμα της απεργίας, για εκείνες τις λειτουργίες των Σωμάτων Ασφαλείας, που είναι άμεσα συναρτημένες με την προστασία της δημόσιας τάξης και τον κίνδυνο της ανθρώπινης ζωής, δεν μπορεί να σταθεί και δεν πρέπει εξάλλου να είναι στις προθέσεις μας.
Όλα όμως τα διοικητικά καθήκοντα, τα οποία ανήκουν σε αρμοδιότητες απλών πολιτικών υπαλλήλων και καλούνται οι Λιμενικοί να ασκήσουν, θα μπορούσαν κάλλιστα να μην υπόκεινται σε συνταγματική απαγόρευση.
Στοιχειοθέτηση
Αρχικά αναφέρθηκε ότι υπάρχει η απόλυτη απαγόρευση του Συντάγματος, ωστόσο αυτή περιλαμβάνει, στην ίδια ακριβώς παράγραφο και στο ίδιο ακριβώς εδάφιο, την απόλυτη απαγόρευση στην απεργία και των δικαστικών λειτουργών, παρότι αυτοί, από το 1975 έως σήμερα, έχουν προχωρήσει σε μια σειρά στάσεων εργασίας, ακόμη και ολιγοήμερων, που συνιστούν καθαρή άσκηση δικαιώματος απεργίας.
Ουδέποτε ο Υπουργός Δικαιοσύνης ή ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, άσκησε πειθαρχική δίωξη κατά των δικαστών που συμμετείχαν σ’ αυτές τις απεργίες.
Ο καθηγητής συνταγματικού δικαίου κ. Κατρούγκαλος Γιώργος, παρατηρεί για το ζήτημα αυτό, ότι ουσιαστικά έχει διαμορφωθεί σχετικό καταργητικό συνταγματικό έθιμο υπέρ της ελευθερίας, υπέρ του δικαιώματος των δικαστικών λειτουργών να απεργούν.
Και για την ταυτότητα του νομικού λόγου, δεδομένου ότι η ρύθμιση αυτή βρίσκεται ακριβώς και για τα Σώματα Ασφαλείας και για Δικαστικούς Λειτουργούς, στην ίδια συνταγματική ρύθμιση, η άποψή του είναι ότι έχει υπάρξει καταργητικό συνταγματικό έθιμο που βεβαίως, για λόγους ασφάλειας δικαίου, θα πρέπει ρητά να αναγνωριστεί στην επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση, με την κατάργηση της συγκεκριμένης αυτής ρύθμισης.
Ο καθηγητής Εργατικού Δικαίου κ. Μητρόπουλος Αλέξης, στην τοποθέτησή του για το ζήτημα, στο 13ο Τακτικό της Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ. ανέφερε ότι «η κατάκτηση του δικαιώματος της απεργίας, από τους ένστολους πολίτες, είναι αναφαίρετο δικαίωμα, που στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης, έχουν κατακτήσει ήδη εδώ και δεκαετίες» και συνεχίζει «ο προ δεκαοκτώ ετών νόμος, που θεσπίζει το συνδικαλιστικό δικαίωμα στα Σώματα Ασφαλείας, παραμένει αμετάβλητος μέχρι σήμερα, ενώ η ρύθμιση του νόμου αυτού, κινήθηκε στα πλαίσια της απαγόρευσης του άρθρου 23 του Συντάγματος και μάλιστα με την πιο στενή, συσταλτική ερμηνεία, επιβεβαιώνοντας την ρητή απαγόρευση της απεργίας των εργαζομένων στα Σώματα Ασφαλείας.Οι Λιμενικοί όμως, όπως και οι άλλοι υπηρετούντες στα Σώματα Ασφαλείας, είναι προεχόντος εργαζόμενοι. Είστε προεχόντος δηλαδή εργαζόμενοι σε ειδικά Σώματα Ασφαλείας. Όλοι οι εργαζόμενοι στα Σώματα Ασφαλείας προσδιορίζονται με την παροχή εξαρτημένης εργασίας. Πλήττονται εισοδηματικά και κοινωνικά με αυτή την ιδιότητα. Μάλιστα δε, αν δεν ανακοπή η καταστροφική πορεία του μνημονίου, τα ειδικά μισθολόγια τα οποία εντάσσεστε, προβλέπεται να περικοπούν δραστικά.».
Ο κ. Μητρόπουλος συνέχισε λέγοντας πως «οι πολιτικές εξελίξεις, θα οδηγήσουν ασφαλώς και σε Συνταγματική αναθεώρηση» και «είναι ευκαιρία να αναγνωρισθεί και Συνταγματικά το δικαίωμα της απεργίας και στους υπηρετούντες στα Σώματα Ασφαλείας, αφού ουσιαστικοποιεί τις συνδικαλιστικές ελευθερίες.
Εάν ασκείται χωρίς περιορισμούς και πρόσθετες απαγορεύσεις, προάγει τα συμφέροντα των εργαζομένων και ωθεί τη διοίκηση στην εφαρμογή εργονομικών συστημάτων και δίκαιων ανταμοιβών. Η απαγόρευση του απεργιακού δικαιώματος στα Σώματα Ασφαλείας, απηχεί σήμερα αναχρονιστικές και ξεπερασμένες αντιλήψεις, που δεν έχουν θέση στη σύγχρονη εποχή». Ο κ. Μητρόπουλο έκλεισε τονίζοντας πως «Η συνταγματική κατοχύρωση της πλήρους συνδικαλιστικής ελευθερίας, με σεβασμό των ιδιαιτεροτήτων του κλάδου, αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την άμυνα της οργανωμένης κοινωνίας και του δημόσιου εργασιακού συστήματος».
Οι πρώτες αντιδράσεις
Αξίζει να δούμε πως αντιλήφτηκαν και πως αντέδρασαν, στο αίτημα για το δικαίωμα στην απεργία στα Σώματα Ασφαλείας, υπουργοί της προηγούμενης κυβέρνησης.
Ο τότε Γενικός Γραμματέας Δημόσιας Τάξης και μετέπειτα υπηρεσιακός Υπουργός Προστασίας του Πολίτη κ. Οικονόμου Ελευθέριος, απευθυνόμενος σε Γενικό Συμβούλιο της Π.Ο.ΑΣ.Υ., είπε: «Οι δηλώσεις περί “λευκής απεργίας” απαξιώνουν τη δράση και την προσπάθεια που καθημερινά καταβάλλει ο Έλληνας αστυνομικός, κλονίζουν το αίσθημα εμπιστοσύνης των πολιτών και εξασθενίζουν την όποια επιτυχία έχει κατακτήσει το σώμα της Ελληνικής Αστυνομίας», ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Οικονόμου και πρόσθεσε: «Ο κίνδυνος διάρρηξης του κοινωνικού ιστού εκτιμώ ότι δεν επιτρέπει τη σκέψη τέτοιων προτάσεων τη δεδομένη χρονική περίοδο. Ειδικότερα σήμερα, όπου η χώρα διέρχεται την πιο δύσκολη καμπή της σύγχρονης ιστορίας της. Εγωισμοί, προσωπικές στρατηγικές και αυτάρεσκη περιχαράκωση δεν οδηγούν πουθενά. Το διακύβευμα δεν είναι πλέον αν θα κατοχυρωθεί το δικαίωμα απεργίας στον αστυνομικό, αν θα απασχοληθούν και πόσοι αστυνομικοί στα μέτρα τάξης. Το διακύβευμα είναι αν θα πτωχεύσουμε ή όχι».
Ο πρώην υφυπουργός Ναυτιλίας κ. Γεωργιάδης Άδωνις, προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, λέγοντας πως θα πρέπει να προσέξουμε πώς θα χειριστούμε το ζήτημα του αιτήματος για συνταγματική αναθεώρηση του δικαιώματος στην απεργία των ένστολων, καθώς όπως ανέφερε, «πείσαμε την τρόικα πως εσείς και κάποιοι ακόμη, είστε το κράτος, είστε ο σκληρός πυρήνας του κράτους και ως εκ τούτου, αν δεν χειριστείτε τα συμφέροντά σας σωστά, μπορεί ν’ αλλάξει άποψη η τρόικα και να μην μπορεί η κυβέρνηση, της οποίας είμαι μέλος, να διατηρήσει το ειδικό μισθολόγιο και να υποστείτε μειώσεις όπως οι άλλοι δημόσιοι υπάλληλοι».
Είναι σαφές ότι υπήρξε μια φοβική αντίδραση, στο αίτημα για το δικαίωμα στην απεργία. Αυτή όμως η αντίδραση δεν είναι αποτέλεσμα των δειγμάτων που έχουν δείξει οι εργαζόμενοι των Σωμάτων Ασφαλείας στην μέχρι τώρα διαχείριση του συνδικαλιστικού δικαιώματός τους, έστω κι αν αυτό έχει τον περιορισμό της απεργίας.
Στο 13ο Τακτικό Συνέδριο, ο πρόεδρος της Π.Ο.Ε.Π.Λ.Σ., Δριβάκος Γεώργιος, στο σημείο της τοποθέτησής του για το ζήτημα, είπε πως «στην προσπάθεια αυτή, το συνδικαλιστικό κίνημα των ένστολων ώριμο και μεστό, είναι σε θέση να συμβάλλει θετικά και να βοηθήσει με την ωριμότητα των δύο δεκαετιών συνδικαλιστικής δράσης, παραμένοντας ζωντανό, ισχυρό, δυνατό, χάρη στη δική σας συμμετοχή και στήριξη αλλά και στη δική του φυσική παρουσία, αποδεικνύοντας υπέρμετρη υπευθυνότητα, σοβαρότητα και σωφροσύνη. Η ποιότητα αυτή της συνδικαλιστικής μας δράσης μας κάνει να θεωρούμε ότι δικαιούμαστε το επόμενο βήμα», για να κλείσει λέγοντας πως «δεν πρέπει να ξεχνάει κανείς ότι με το ξεκίνημα της κοινής δράσης των Ομοσπονδιών το πρώτο σύνθημα που ακούστηκε σε πορεία ήταν «σήμερα πορεία, αύριο απεργία».
Μοχλός πίεσης για την επίτευξη του στόχου
Σε κάθε περίπτωση, η διάταξη αυτή του Συντάγματος είναι απολίθωμα και είναι καθήκον των πολιτικών δυνάμεων, να υποστηρίξουν την κατάργηση αυτής της αναχρονιστικής, συνταγματικής απαγόρευσης.
Θα πρέπει να συνεκτιμηθεί από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις των Σωμάτων Ασφαλείας, να καταστήσουμε σαφές στην Βουλή των Ελλήνων, ότι στα Σώματα Ασφαλείας η τήρηση των κανονισμών, είτε είναι αυτοί είναι κανόνες υγιεινής και ασφάλειας, είτε είναι κανόνες λειτουργίας, πολλές φορές δεν υφίστανται και παρόλα αυτά εμείς προχωράμε στην εκτέλεση των καθηκόντων μας.
Οι κανονισμοί αυτοί έχουν τεθεί, ακριβώς για να εξασφαλίζουν την εύρυθμη λειτουργία, οπότε δεν μπορεί κανείς να κατηγορηθεί, όταν απλώς εφαρμόζει κατά γράμμα τους κανονισμούς. Αυτό δεν συνιστά καν λευκή απεργία, αλλά αντίθετα, είναι και υποχρέωσή μας, που χάριν του φιλότιμου και μόνο, την παραβλέπουμε βάζοντας πολλές φορές σε κίνδυνο την ίδια μας την ανθρώπινη ζωή ή και την υπηρεσιακή μας κατάσταση, όταν κληθούμε να απαντήσουμε σε ερωτήματα της υπηρεσίας, μετά από αστοχίες κατά την άσκηση των καθηκόντων μας.
Οι πιεστικές ανάγκες που επιβάλει η πραγματικότητα της καθημερινής ζωής, είναι πάντοτε πιο ισχυρές από τις απαγορεύσεις. Το προσωπικό των Σωμάτων Ασφαλείας, συμμετέχει εξίσου στα δημόσια βάρη όλων των Ελλήνων εργαζομένων, άρα θα πρέπει να απολαμβάνει και εξίσου τα ίδια δικαιώματα. Εξάλλου τα στελέχη των Σωμάτων Ασφαλείας, έχουν αποδείξει επανειλημμένως, πως μπορούν να διαχειριστούν τα δικαιώματα που τους παρέχονται.
Η απεργία ασφαλώς και προκαλεί διαταραχή στην κοινωνική και οικονομική ζωή, γι’ αυτό και αποτελεί δραστικό μέσο πίεσης. Σήμερα, έχοντας πίσω μας δύο δεκαετίες συνδικαλιστικής δράσης, έχουμε να προτάξουμε την σοβαρότητα και την υπευθυνότητα στην άσκηση της συνδικαλιστικής δράσης που μας εμπιστεύθηκε έστω και περιοριστικά η πολιτεία και που όταν αρχικά διατυπώθηκε δημιούργησε σκεπτικισμό και φοβίες, όπως ακριβώς συμβαίνει και σήμερα με το αίτημά μας για το δικαίωμα στην απεργία.